Η Τίνα, η Μανίνα, η Τζόαν και η Μαλβίνα.

 αντιγράφω από τη Lifo:

“Σ’ όλη τη διαδρομή άκουγα love Songs κι έκλαιγα… Είχε χαράξει… Έφτασα. Πέρασα την καγκελόπορτα, διέσχισα την καταπράσινη αλέα με τα πανύψηλα δέντρα κι είδα το τεράστιο σπίτι με την κεραμιδένια στέγη και το σιντριβάνι μπροστά του. Ανέβηκα τα σκαλιά της εισόδου (ήλπιζα να ήταν μέσα, μα ήξερα ότι δεν ήταν) και βρήκα το σπίτι σε άριστη κατάσταση. Με λουλουδάτες ταπετσαρίες στους τοίχους, βελούδινους καναπέδες και τεράστιες λευκές με trim ροζ πολυθρόνες… ήταν σαν να βρισκόσουν σε διακοπές. Σαν να με πήρε κάποιος απ’ το χέρι και να με πήγε σε άλλα όνειρα… όπως ήθελα στην αρχή…

• Με περίμενε ζεστό τσάι… κρουασάν… δεν μπορούσε να χωρέσει το μυαλό των ανθρώπων ότι δεν είχα κοιμηθεί καθόλου. Γι’ αυτούς ήταν η ώρα για δουλειά, να αρμέξουν αγελάδες… να κουρέψουν τα πρόβατα… για να μην είμαι αγενής, είπα ότι θα προτιμούσα να ξαπλώσω… γιατί κάτι είχε το στομάχι μου.

• Πήγα στο δεύτερο όροφο. Παντού υπήρχαν πορσελάνινα βάζα με φρέσκα λουλούδια. Άνοιξα την τεράστια σκουρόχρωμη πόρτα και αντίκρισα τα λευκά, τέλεια σιδερωμένα, λινά σεντόνια στο four poster-bed… με τα μαξιλάρια με τα αρχικά μας.

• Ήρθε η κυρία, μου γέμισε την μπανιέρα με καυτό νερό, κι εγώ κρυφοκοιτουσα, καθώς τοποθετούσε ροδοπέταλα σαν να τα χάιδευε. Έχουν άραγε τέτοια προβλήματα αυτοί οι άνθρωποι; Ψυχολογικές διαταραχές άνευ λόγου;

• Ήμουν πολύ κουρασμένη για να κάνω μπάνιο, μα δεν ήθελα να την προσβάλλω. Έκλεισα τα μάτια μου και βυθίστηκα στο νερό για λίγα λεπτά. Ζήτησα να μου ανοίξουν τη θέρμανση γιατί ένιωθα αδύναμη και κρύωνα, από την αϋπνία αυτήν τη φορά. Μπήκα στο κρεβάτι μου, αγκάλιασα τα μαξιλάρια, κοίταξα γύρω γύρω τους ξύλινους τοίχους με τα χιλιάδες βιβλία, τα κουτιά με τις συλλογές, και μετρούσα τις πεταλούδες στην ταπετσαρία της οροφής.

• Μια… δυο… πέντ… δεν θυμάμαι… τον ονειρευόμουν.

• …Άνοιξα τα ματιά μου κι ένα σκιουράκι σκάλιζε το παράθυρο. Ο ανάλαφρος ήχος, και μετά η σιωπή. Η μαγεία του αθόρυβου θορύβου μπορεί να γίνει ενοχλητική όταν είναι τόσο έντονη… “

now that’s what i call journalism. μια δόση θλίψης. μπόλικη αστική κουλτούρα του τύπου, έτσι στεναχωριόμαστε εμείς οι πλούσιες. προσθέτετε και αρκετή αναγνωστική εμπειρία στη μεγάλη σχολή του Άρλεκιν  και να η νέα πρόταση για δημοσιογραφία αξιώσεων.

δεν χρειάζεται πια να έχετε γνώμη κι άποψη για τον κόσμο και τα πράγματα γύρω σας. δεν χρειάζεται να ξεστραβώνεστε για να εντρυφήσετε στο θέμα σας, είναι πασέ αυτή η τακτική ανόητε λαουτζίκε! όχι, τώρα το μόνο που χρειάζεστε είναι αρκετά χρήματα για να κυκλοφορείτε ανά την Αθήνα αλλά και την Ελλάδα, να νοικιάζετε σούπερ ξενώνες με όλα τα κομφόρ και μπόνους υποτακτικούς να σας τρατάρουν μπάνια με ροδοπέταλα για να ξεχάσετε τον καλό σας που σας παράτησε στα κρύα του λουτρού μια που τα ροδοπέταλα σας πάνε πιο πολύ από τις όποιες απαιτήσεις του.

συντονιστείτε λοιπόν υποψήφιοι δημοσιογράφοι, κάποιο free press θα βρεθεί στο δρόμο σας. άλλωστε είναι ήδη σε όλα τα σταντς. αρπάξτε τις φυλλάδες και μορφωθείτε! δείτε τους νέους δρόμους που ανοίγουν οι κόρες Τίνα και Μανίνα. είναι το αύριο, είναι το σήμερα, είναι το χτες, είναι αυτό που περιμέναμε όλοι, είναι το σημείο που συναντιέται η Τζόαν Κόλλινς με τη Μαλβίνα και από τη σύγκρουση δεν απομένει τίποτα άξιο λόγου παρά ένα αιμόφυρτο ερείπιο ανθρώπου που ψελλίζει τα περασμένα του μεγαλεία.

~ από infesto στο 24/10/2007.

2 σχόλια to “Η Τίνα, η Μανίνα, η Τζόαν και η Μαλβίνα.”

  1. αχ καλέ άχ! ποτέ δεν θα γίνω σπουδαία δημοσιογράφος… κλαψ

  2. god! tell me about it!!!

Υποβολή απάντησης