αγαπητέ Άμμε…(μικρή εξομολόγηση)
… το μυαλό μου είναι πουρές. όλα μπερδεύονται…αλμυρά. η ηλεκτρονική πραγματικότητα με την κανονική, η ηλεκτρονική λογοτεχνία με την άλλη την τυπωμένη και πιο έγκυρη….γενικώς γίνεται κακός χαμός στο ακατοίκητο μου.
επίσης φυσάει πολύ και δε λέει να ησυχάσει. δίνουν μάχη η χολή με την απαξίωση και τελικά καμιά δεν κόβει το νήμα γιατί είναι κι οι δυο τους τόσο απορροφημένες από τον εγωισμό που πλακώνονται πριν τελειώσει η κούρσα. και μένω εγώ ο θεατής-ιδιοκτήτης του ακατοίκητου με τα λαμπιόνια στα χέρια, σαν τη διακόσμηση ψαροταβέρνας όπου την εγκατέλειψαν εκτάκτως πελάτες και μαγάζατορες για μια μεταμοντέρνα κοψιδάτη νεοταβέρνα.
οπότε τολμώ να πω πώς “πέντε-πέντε, δέκα-δέκα κατεβαίνω τα σκαλιά” γιατί είμαι και άνθρωπος της άσκησης και της ενέργειας και ειδικώς το καθισιό ποτέ του δεν με βόλεψε. από δημοτικού σχολείου εποχής ενθυμούμαι την αγαπητή δασκάλα να ουρλιάξει μεσούντος του μαθήματος “infesto, σκουλήκια έχει ο κώλος σου; κάτσε παιδί μου ήσυχο μην σε αποβάλω” . μα αυτή η τραυματική εμπειρία αντί να υποτάξει το πάθος μου για ενέργεια και χαμό αντιθέτως πλην σαφώς το εφούντωσε. του ‘δωσε μια και έγινε ακόμη πιο άσβεστο, ένα πράμα!
τώρα λοιπόν επικεντρώνω την ενέργεια μου εις άγραν ποιητών και λογοτεχνών, ηδονοβλεψιών της τέχνης, γιατί όπως και να το κάνουμε, έχει πλάκα. και Ι always had a sweet tooth για τις πλάκες. δίνουν μια άλλη διάσταση εις τα πεπραγμένα. επίσης είναι μια καλή λεκτική άσκηση. οι πλάκες αποδομούν το σοβαρό, του δίνουν μια ξάστροφη που έλεγε και η μητέρα, και του γυρνάει του σοβαρού το μάγουλο στην άλλη άκρη και δεν του μένει επίφαση για επίφαση.
αυτά, αγαπητέ Άμμε. με αφορμή το σχόλιο σου, ξανασχολήθηκα με το blogging που ως γνωστόν το έχω ολίγον γραμμένο-και πολύ θα έλεγα αλλά θα υποτροπίαζα προς την υπερβολή και δεν το θέλω. σε ευχαριστώ λοιπόν για την ευκαιρία να σουρεαλιστώ πρωινιάτικο με τον καφέ μου, πέρασα όμορφα, ελπίζω να περάσεις και εσύ αν διαβάσεις αυτές τις γραμμές!

Που λες αγαπητέ Ινφέστο, εγώ world of warcraft ήθελα να παίξω γιατί δεν είχα ύπνο, αλλά η συνδρομή μου είχε λήξει και μπήκα στα μπλογκ γιατί αλλιώς δε σκοτωνόταν ο χρόνος στο Παγκράτι, έχει κοπεί και το ίντερνετ στην Αθήνα, ή στα περισσότερα μέρη, μόνο 7 επισκέπτες σήμερα είχαμε, δεν εξηγείται αλλιώς, η ματαιοδοξία μου αρνείται οποιαδήποτε άλλη εξήγηση, για το world of warcraft που σου έλεγα, είναι πολύ ωραίο παιχνίδι, σκοτώνεις εξαιρετικά το χρόνο σου τα βράδια, υπέροχα δάση και δαίμονες και μαγείες, μπροστά σε αυτά τα τόσο σοφά γραμμένα σε άγνωστους κώδικες πληροφορικής και τόσο απολαυστικά στο βλέμμα το μπλόγκινγκ μοιάζει οδοντόκρεμα, αλλά είπαμε μου τελείωσε η συνδρομή και πρέπει αύριο να περάσω από το πλαίσιο να αγοράσω κάρτα, γιατί στο Παγκράτι δεν έχουμε από αυτές τις πολυτέλειες του κέντρου, οπότε τι να κάνω, μπλόγκινγκ, θέλω να σκοτώσω ώρα, μου αρέσει να σκοτώνω ώρα, κάνει τη ζωή πολύ πιο εύκολη, είναι τόσο κουραστικά τα ταλέντα, σαν τα μαλακισμένα τα μωρά και τα γατιά φωνάζουνε “θέλω, θέλω, θέλω” και δεν έχεις την ορεξή τους συνέχεια, που λες το μπλόγκινγκ, είναι κι αυτό μια παρηγοριά, όταν έχει τελειώσει η συνδρομή σου στο world of warcraft, και γενικότερα, δεν πρήζεις τους φίλους, γράφεις ποστ και σκορπίζεις σχόλια, άμα είσαι και έξυπνος φτιάχνεις και μούρη, πολύ ωραία είναι, δυο κουβέντες λες, εκατόνεικοσιπέντε φαντάζονται στο κεφάλι τους, πάντα το έλεγα ότι είναι πολύ ωραίο να υπονοείς τον εαυτό σου, με το μπλόγκινγκ κατάλαβα ότι είναι και έξυπνο, σατανικό σχεδόν, το πιο εύκολο κοινωνικό πρόσωπο, ούτε ρωγμές και διαισθήσεις του άλλου που σε ακούει και σε παρατηρεί, τίποτα, αυτά που λες μόνο, καλή φάση, κρίμα που τα βαριέμαι αυτά τα παιχνιδάκια και αντί να γράφω:
“Αγαπητέ Ινφέστο, προσπάθησα να αγγίξω όπως κι εσείς τα παιχνίδια της γραφής και του προσώπου. Καμία κριτική, ένα αστείο πάνω στον Καβάφη, μόνο που δεν ανεβήκατε το πρώτο σκαλί αλλά το κατεβήκατε, όπως η Ξανθούλα που έγινε χοντρούλα. Να είστε καλά”
κάθομαι και γράφω αυτό που μου συμβαίνει τώρα εδώ, για να σου δείξω Ινφέστο πως όλοι που μας μοιάζουμε αυτό κάνουμε και δε χρειάζεται να μου εξηγήσεις τα παιχνίδια σου, γιατί εφόσον έρχομαι εδώ μου αρέσουν, όχι πως δεν κολακεύομαι πως μου απευθύνθηκες, αυτό όμως είναι άλλο θέμα και σχεδόν αυτονόητο και εν πάσει περιπτώσει αρκετά ελευθερομονολόγησα κι εγώ, σε ένδειξη χαράς που σε έκανα να σουρεαλιστείς. Καληνύχτα, καλημέρα, whatever που θα έλεγε και η Ίσις.
Ωπα! ποιοοοος ανέφερε το όνομα μου επί ματαίω? Οχι εσύ ελπίζω Αμμε μου..
Καλα, τι λογοδιάρροια ήταν αυτή καλέ? την ιστορία με το παιχνίδι δε, γιατί μας την είπες τρεις φορές? Αππαππαααα…
Πάντως επί του θέματος, κι επειδή κρατιόμουν αρκετά να μη σχολιάσω κι εγώ στο επίμαχο όπως καταλαβαίνεις, θα ήθελα να πω το εξής. Ο μακαρίτης ο Σολωμός εγώ θυμάμαι ότι απέθανε αλκοολικός πίνων κολώνια, ανήκε μάλιστα σε εκείνο ακριβώς το είδος ανθρώπου που σιχαίνομαι, δηλαδή συνέγραφε την ποίηση του (άριστο δείγμα του ανακηρύσσουμε ποιοτικό ότι είναι απλά ασυνάρτητο) απ’ το βουναλάκι απέναντι, κλαίγοντας που το Μεσολόγγι καιγόταν. Υποθέτω κι ο Νέρωνας κάπως έτσι το είχε σκεφτεί το σκηνικό όταν έκαψε τη Ρώμη. Πάλι ξέφυγα όμως..
Το ζήτημα ποιο είναι τελικά? ότι ο πας Σολωμός, χονδρός ή άλλος ατάλαντος μας πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλλες. Κι από κάτω ένα πλήθος χειροκροτά. Και πέντε άνθρωποι παριστάνουν το παιδάκι στο αντίστοιχο παραμύθι και αναφωνούμε “Μα ο αυτοκράτορας είναι γυμνός!”. Στο κάτω κάτω, εμείς όταν γράφουμε δεν δηλώνουμε ούτε ποιητές, ούτε λογοτέχνες, ούτε αυτοκράτορες, ούτε γυναίκες σεβνταλούδες! Λέμε αυτό έχει το πακέτο, βγάλτε συμπεράσματα μόνοι σας. Και το πρόβλημα δεν είναι σε καμμία περίπτωση αν κάποιος είναι χονδρός ή αλκοολικός όπως ο μακαρίτης ο Σολωμός. Το πρόβλημα είναι όταν ο χονδρός το παίζει κούκλος . Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις Αμμε μου.. Τώρα όπως καταλαβαίνεις εγώ όχι μόνο σκαλοπάτια κατέβηκα αλλά και κατρακύλησα στα βάθη της κολάσεως, την οποία προτιμώ ως πιο ειλικρινή.
Καλημέρα
υ.γ. όπως είδες η λογοδιάρροια είναι κολλητική !
ίσιδα, προτείνω μαγευτικό διήμερο τα δυο μας Ναύπλιο μεριά, ξέρετε μπορούμε να επισκεφτούμε το Παλαμήδι και να κατεβούμε και τα 1000 σκαλιά του, να το κλείσουμε το ρημάδι το θέμα με τα σκαλοπάτια. άσε που από κάτω έχει και ωραιότατα καφέ να ξαποστάσουμε την κατρακύλα μας, τι λέτε;;