γοργά βυθιζόμενος στον πολτό του χρόνου

πότε ήταν το καλοκαίρι που πέρασε; πότε έπεσε η πρώτη βροχή; ήρθε ο χιονιάς και πάμε για Χριστούγεννα; κοιτάζω τις ημερομηνίες στο κινητό να αλλάζουν, να τρέχουν, να εξαφανίζονται η μια μετά την άλλη και νιώθω αδύναμος να κάνω έστω και μια στάση. να πω βρε αδερφέ, ας πιούμε κι έναν καφέ κάνοντας μόνο αυτό, πίνοντας καφέ και κοιτάζοντας τους περαστικούς με το βλέμμα κολλημένο στις κινήσεις τους. σαν τις γάτες μου που καταλαμβάνουν ένα ψηλό σημείο στο σαλόνι και παρατηρούν ό,τι κινείται μέσα από τα μισόκλειστα μάτια τους. ακίνητες, βυθισμένες σε μια ζηλευτή ηρεμία.

ποιος τι και γιατί; ποιος μας ρουφάει τις μέρες και τις νύχτες με τέτοιο αδυσώπητο τρόπο; τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό -ζωής και θανάτου δίλημμα καθημερινό- που μας απασχολεί τόσο πολύ; γιατί είμαστε τόσο αδύναμοι να βάλουμε μια άνω τελεία και να πάρουμε μια ανάσα όλη δική μας;

ο καθείς ας προσφέρει τις δικαιολογίες του στον εαυτό του. θα στοιβαχτούν κι αυτές δίπλα-δίπλα με τις δικαιολογίες των υπολοίπων και όλες μαζί θα γίνουν ο πολτός του χρόνου που μας ρουφάει όλους, μας καταπίνει χωρίς δεύτερη κουβέντα, σαν δίνη, σαν κινούμενη άμμος. δίχως πυθμένα για να στηρίξουμε τα πόδια μας και να δώσουμε ξανά μια ώθηση προς τα πάνω.

~ από infesto στο 19/12/2007.

Υποβολή απάντησης